fbpx
Άννα Ζανιδάκη

Της αλήθειας το παλάτι

Μια φορά πριν χρόνια πολλά, στο βασίλειο των Κόκκινων, σε ένα χωριό στη μακρινή Λαπωνία, έμενε ένα ζευγάρι που είχε φύγει από την Ελλάδα, για να βρει την τύχη του. Ήταν δύο άνθρωποι πανέξυπνοι που προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε κάθε δύσκολη στιγμή και συνθήκη που είχαν κληθεί να αντιμετωπίσουν και να φέρουν εις πέρας. Τα μάτια τους όμως ήταν καρφωμένα, λες και το παρελθόν τους ακολουθούσε, χωρίς να ‘ναι ικανοί να του ξεφύγουν για να ζήσουν τη νέα τους ζωή. Τα χέρια τους, τα άκρα τους, ήταν τόσο καταπονημένα απ’ τις εργασίες που έκαναν, για να διαφεντέψει εκεί η αρχοντιά τους και να εδραιωθεί κυρίως η ταυτότητά τους.

Απ’ το πρωί σηκωνόταν πρώτα ο άντρας, ο Μένιος, έτσι τον φώναζαν και έπειτα η Κορίνα, θέλοντας να δείξουν πρώτα απ’ όλα την αντοχή και τη δύναμή τους και δεύτερον πως μπορούσαν να καταφέρουν να ζήσουν σε ένα άγνωστο μέρος, μακριά απ’ τους δικούς τους. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους, ήθελαν να αναδειχθούν και να φανεί η δύναμη των θέλω τους σ’ αντιπαράθεση με ό,τι τους έλεγαν στην Ελλάδα, πως δηλαδή δε θα τα κατάφερναν εκεί που πάνε. Μα το ήξεραν καλά πως αν καθόταν στην Ελλάδα τους, όπως την έλεγαν, δε θα είχαν απλά μέλλον, αλλά ούτε και παρόν. Ρίχτηκαν λοιπόν στη δουλειά μέρα νύχτα, για να φτιάξουν το παλάτι τους και να φωνάξουν φίλους και γνωστούς, απ’ την πατρίδα τους για να ‘ναι όλοι μαζί πια ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.

Τα μαντάτα δεν άργησαν να φτάσουν στην πατρίδα τους, αφού και το παλάτι είχε βρει τους ρυθμούς του και τις απαριθμήσεις του, όσον αφορά τις υπηρεσίες του, όμως ήθελε τα δικά του άτομα, έμπιστα και καλοσυνάτα, για να συνεχίσουν όλοι μαζί τις μελλοντικές τους ζωές και επιτεύξεις. Στ’ άκουσμα επίτευξη, η Κορίνα ένιωσε ένα σύγκρυο στο κορμί της, αφού αυτή η λέξη, χρόνια τώρα, της έφερνε στο μυαλό της, την εξαγορά της χώρας της και κυρίως τον ξεπεσμό της. “Όχι άλλη επίτευξη, να χαρείς Μένιο μου”, μα ο Μένιος έδειχνε να μην καταλαβαίνει τι του έλεγε. Δύσπιστα τον πλησίασε και του είπε μια λέξη που όντως κι εκείνος ένιωσε την καρδιά του να παγώνει, λες και πάνω του είχε πέσει όλη η Ανταρκτική. “Μην τα ακούσω ξανά Κορίνα μου, όλα θα πάνε καλά. Εξάλλου την Ελλάδα μας την πρόδωσαν οι φίλοι της που νομίζαμε πως την αγαπούσαν, ενώ εμάς δε θα μας προδώσει κανένας, αφού μας αγαπάνε στ’ αλήθεια!”. Μετά απ’ αυτή την συζήτηση λες και οι δυο δεν ήξεραν πού βάδιζαν και πώς να φερθούν τώρα πια στους φίλους που τους είχαν καλέσει και εκείνοι είχαν ανταποκριθεί άμεσα και αποτελεσματικά. Άλλωστε ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του!

Περνούσε ο καιρός, το παλάτι μεγάλωνε τις υποχρεώσεις τους απέναντι σ’ αυτά που έπρεπε να διεκπεραιώσει, μα κυρίως απαιτούσαν απ’ τους φίλους τους να δείξουν περίσσιο ζήλο κι υπευθυνότητα σ’ ότι είχαν αναλάβει. Ο Μένιος άγρυπνος φρουρός όπως το επίτασσε η στάση του και η απόφασή του να φέρει εκεί τους δικούς του μεν, αλλά με μια συμφωνία. Να μην πλησιάσει κανένας τους ποτέ την πόρτα με το χρώμα της καρδιάς, έτσι το ‘λεγε, βαμμένη και λουστραρισμένη, καθώς την διατηρούσε μήνες τώρα ολοκαίνουργια. Μήπως και ποιος την πλησίαζε για να της προκαλέσει φθορές και να της αλλάξει τα φώτα, όπως έλεγε καμαρώνοντας για τη δουλειά του και πειράζοντας τους φίλους και συγγενείς που τώρα ήταν όλοι εκεί μαζεμένοι.

Ένα βράδυ, εκεί που καθόταν και ανέλυε τα οικονομικά αυτού του παλατιού και κάνοντας καινοτόμες αλλαγές, αποφάσισε να πάει να ρίξει μια ματιά σε εκείνη την πόρτα της ζωής του που την ονόμαζε κι όχι άδικα. Πλησίασε, μα είδε πως η ματόχαντρα που ‘χε αφήσει εκεί πάνω και το πέταλο, δείγμα για την καλοτυχία και της ευημερία της, δεν ήταν κρεμασμένα πια, παρά είχε μείνει μόνο το σχοινάκι, πλεγμένο από την πλεξούδα που του ‘χε δώσει η μάνα του, φυλαχτό για την μετέπειτα ζωή του στα ξένα μέρη, όπως του ‘λεγε στα μηνύματα που ανταλλάσσανε, συχνά πυκνά. Άγγιξε το σχοινάκι, μα το χέρι του μάτωσε, μάλλον απ’ τη δύναμη που το κράτησε για να επιβεβαιώσει αυτό που έβλεπε. Το σήκωσε ψηλά στην ευθεία με τα μάτια του και τότε πλημμύρισαν με δάκρυα, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει, στα καλά καθούμενα. “Δεν μπορεί είπε, κάτι σημαίνει όλο αυτό”.

Έτρεξε έξω απ’ το παλάτι χωρίς να χάσει ευκαιρία και συνάντησε έναν απ’ τους φίλους του να κάθεται έξω και να κλαίει απαρηγόρητος. Είχε έρθει μαντάτο στο φίλο του, πως αν πάθαινε κάτι κακό η μάνα του Μένιου, να ‘παιρνε το μάτι απ’ το σχοινάκι και να το έδενε με κάτι άλλο που του ‘χε δώσει για να γίνει όντως φυλαχτό του, για πάντα πια. Τότε του τα εξήγησε όλα του Μένιου, ο Ανδροκλής και χάθηκε με μιας από μπρος του. Τι του έμεινε τώρα πια; Να πάρει το ματόχαντρο και να το βάλει μαζί μετον ομφάλιο λώρο που είχαν κόψει στη γέννα του, να το βάλει σε ένα κουτάκι και να ‘ναι δεμένα για πάντα, φυλαχτά, η σκέψη της και η υπόστασή της, μ’ αυτό που τους έδενε ως τη στιγμή που αποσυνδέθηκαν μεταξύ τους. Αυτό ήταν, το πήρε μέσα στα χέρια του, το φίλησε με όλη την ευλάβεια που του έπρεπε κι από εκείνη τη στιγμή, η πόρτα της ζωής του, είχε ανοίξει διά παντός και το κυριότερο εύρημα, μουσείο που το ‘χε κάνει, ήταν το φυλαχτό του, μήνυμα ζωής για όλους τους επισκέπτες του!

Άννα Ζανιδάκη

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: