fbpx
Μαρία Σταυρίδου

Μας νίκησαν τα “πρέπει” μας…

Στάθηκα σε μια γωνιά, νιώθοντας πως ο χώρος ξαφνικά μέσα στο σπίτι συνεχώς μίκραινε. Για μια στιγμή με κοίταξε χωρίς να μιλήσει και μετά συνέχισε να γεμίζει τη βαλίτσα.

Ήταν τόσο περίεργο… τα μάτια του έδειχναν πως δεν μ΄ αναγνώριζαν. Χωρίς να το θέλω αισθάνθηκα μια έντονη ανατριχίλα. Εκείνος ο άνδρας που συνέχιζε να διπλώνει βιαστικά τα ρούχα και να τα τοποθετεί μέσα στη μεγάλη βαλίτσα, ήταν ο άνδρας που μοιράστηκα τη ζωή μου για 3 ολόκληρα χρόνια.

Συνέχισα να περιμένω υπομονετικά να τελειώσει, ένιωθα μια αβάσταχτη ανάγκη να τρέξω να τον κλείσω μέσα στην αγκαλιά μου, να τον φιλήσω μέχρι να του πάρω την ανάσα, μέχρι να μου πει γελώντας δεν αντέχω άλλο. Ακίνητη, το μόνο που έκανα ήταν να παραμείνω ακίνητη και να περιμένω να τελειώσει…

Όταν η βαλίτσα γέμισε, μείναμε να την κοιτάζουμε σαν ναρκωμένοι, σαν δυο άνθρωποι αδύναμοι να τη σύρουν έξω από το δωμάτιο. Πρότεινες να πιούμε έναν τελευταίο καφέ, που τελικά έγινε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, από εκείνο που συνήθως πίναμε όταν θέλαμε να κάνουμε συμπόσιο με τον έρωτα. Καθίσαμε στη μικρή σάλα που έχει ακούσει όλα τα μυστικά και τους προβληματισμούς μας, όλα τα “θέλω” και “μπορώ”, όλα τα “δεν γίνεται” και δυστυχώς όλα τα “πρέπει”. Αυτές τις μικρές βελόνες, που τους τελευταίους μήνες δεν έχουν σταματήσει να βασανίζουν αδιάκοπα τις ψυχές μας.

“Πρέπει…” ένας αλύγιστος κόφτης των ονείρων, ένας άχαρος εισβολέας της αγάπης, που δεν σταμάτησε στιγμή να την πληγώνει και να της χαρίζει βαθιές πληγές.

Τα ποτήρια άδειασαν και ξαναγέμισαν και οι λέξεις γεμάτες παράπονο ξέφυγαν από τα χείλη τα σφραγισμένα, βρήκαν διέξοδο με τη βοήθεια του γλυκού κρασιού, βρήκαν τη διαφυγή που αναζητούσαν απελπισμένες όλες αυτές τις τελευταίες βδομάδες, που ήταν σχεδόν αδύνατο να επικοινωνήσουμε. Μόνο που τώρα είναι πολύ αργά, η βαλίτσα πάντα στη γωνία του δωματίου να περιμένει το στερνό αντίο, το τέλος που θα σημαδέψει αυτήν την αγάπη που σταμάτησε να ανθίζει. Εξομολογήσεις που απλώς εκφράστηκαν για να μην πνιγούν στα δάκρυα που άρχισαν να ξεφεύγουν από τα μάτια, καταπιεσμένα “δεν αντέχω”, στερημένα “σε ποθώ”, κουρασμένα “κάνε υπομονή” και εμείς οι δυο μάρτυρες μια αφύσικης εκτέλεσης έρωτα.

“Πρέπει…” μια σκληρή λέξη που αποφάσισε να παντρευτεί την αγάπη μας… “Πρέπει” να φροντίσω τους γονείς μου που με χρειάζονται. “Πρέπει” να συνεχίσω να βοηθάω τον μικρό αδελφό μου που έχασε τη δουλειά του. “Πρέπει” να κάνουμε ακόμη λίγη υπομονή, γιατί τώρα δεν έχω χρήματα για τον γάμο μας. “Πρέπει” να πάω να βοηθήσω την αδελφή μου. “Πρέπει” να βάλω όλους τους άλλους πάνω από μας, γιατί απλούστατα αυτό περιμένουν όλοι από μένα… Ένα ασταμάτητο “πρέπει”, σαν βουητό που άρχισε να μας βασανίζει και τους δυο, να μας ωθεί στα άκρα, να μας τυφλώνει και τελικά να μας διαβρώνει. Απομείναμε δυο πιόνια κουρασμένα σε μια παρτίδα ζωής που δεν είναι πια καθόλου “διασκεδαστική”.

Το ξέρω πως δεν σου ήταν εύκολο να επιλέξεις τη φυγή, το ξέρω πως ακόμη μ’ αγαπάς, το ξέρω πως ήθελες να στήσουμε τη ζωή μας ακριβώς όπως την ονειρευτήκαμε, μόνο που δυστυχώς δεν μας το επέτρεψαν οι συνθήκες και αυτά τα αβάσταχτα “πρέπει”, που έχουν γίνει ένα με την ανάσα σου, ένα με τον χτύπο της καρδιάς σου. Δεν σε κατηγορώ, στο τέλος έκανα και εγώ το ίδιο ακριβώς λάθος, άφησα τα “πρέπει” του εγωισμού μου, να καταλάβουν την καρδιά μου…

Μόνοι. Τυφλοί. Πληγωμένοι… σε λίγο θα πούμε το στερνό αντίο και θ’ αφήσουμε τα “σ’ αγαπώ” να φύγουν δακρυσμένα μακριά και τα “πρέπει” να γεμίσουν τις ντουλάπες της ζωής μας. Πρέπει…

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: