fbpx
Μαρία Σταυρίδου

Και κοίτα που ένας άγνωστος, νοιάστηκε για μένα περισσότερο από σένα…

Βγήκα από το γραφείο σχεδόν σοκαρισμένη. Η αναίδεια εκείνου του ανθρώπου μ’ άφησε κυριολεκτικά άφωνη! Όχι μόνο τόλμησε να μ’ ενοχλήσει σεξουαλικά, μα με θράσος με απείλησε με απόλυση!

Βγήκα στον διάδρομο τρέμοντας ολόκληρη, δεν ήξερα πού να πάω και πού να σταθώ, σε ποιον να μιλήσω και τι να πω… Πανικόβλητη πήρα την τσάντα στα χέρια, έκλεισα τον υπολογιστή και σχεδόν το ‘βαλα στα πόδια σαν κυνηγημένη. Βγήκα στον δρόμο σαν χαμένη, σαν μια γυναίκα χωρίς προορισμό και χωρίς ταυτότητα. Δεν μου είχε ξανασυμβεί να με προσβάλουν τόσο αδιάντροπα και δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω. Συνέχισα να περπατάω στα χαμένα, μέχρι που ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σ’ ένα μικρό, γραφικό καφενεδάκι. Έκατσα μηχανικά σ’ ένα τραπεζάκι, τρέμοντας ολόκληρη.

Δεν ξέρω καν πώς βρέθηκε ένα παγωμένο ποτήρι νερό και ένα λουκούμι από γεύση τριαντάφυλλο μπροστά μου. Ασυναίσθητα σήκωσα το βλέμμα και κοίταξα γύρω μου, όλα τα τραπέζια ήταν άδεια. Ήπια μια γουλιά νερό και μετά σε πήρα στο τηλέφωνο. Με μια σπασμένη φωνή και με μια αίσθηση πως θα πνιγώ από τα ίδια μου τα λόγια, άρχισα να σου περιγράφω τι ακριβώς έγινε. Για μια στιγμή σ’ άκουσα να βαριανασαίνεις και μετά να μου λες με μια αφύσικη βιάση στη φωνή πως είχες πολύ δουλειά και πως θα ήταν καλύτερα να τα πούμε το βράδυ στο σπίτι “με την ησυχία μας” όπως είπες χαρακτηριστικά. Έμεινα κοκκαλωμένη με το κινητό στα χέρια να κοιτάζω το λαχταριστό λουκουμάκι και το μισογεμάτο ποτήρι νερό.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως μάλλον δεν ήταν η σύνδεση μας καλή, δεν άκουσες… ναι, αυτό είναι, δεν άκουσες μάλλον τι σου είπα! Τόλμησα το απίστευτο, σε ξανακάλεσα για ν’ ακούσω την τυπική φωνή της γραμματέως σου να μου εξηγεί πως δε μπορούσες να μου μιλήσεις, γιατί μόλις είχε έρθει ένας πελάτης. Χωρίς να το θέλω άρχισα να γελάω, να γελάω δυνατά με μια άγνωστη φωνή γεμάτη αγανάκτηση και θυμό. Να γελάω ξορκίζοντας την αηδία και τον πανικό που είχα επιτρέψει να με καταβάλουν. Να γελάω, μέχρι που οι λυγμοί άρχισαν να χορεύουν έντονα πάνω στο κορμί μου….

Δεν ξέρω πόση ώρα έκλαιγα μ’ αναφιλητά, όταν είδα δυο χαμογελαστά μάτια να με κοιτάζουν, πλημμυρισμένα με μια άγνωστη τρυφερότητα και να μου ψιθυρίζουν λόγια παρηγοριάς. Τα ‘χασα! Απέναντί μου καθόταν ένας άνδρας στη δεύτερη νιότη του, φορώντας μια πεντακάθαρη ποδιά γύρω από τη μέση και κρατώντας μια άσπρη μαργαρίτα, που το επόμενο δευτερόλεπτο μου την πρόσφερε χαμογελώντας. “Για να σου φτιάξει την υπόλοιπη μέρα!”. Δεν ήξερα τι να πω… Την κράτησα μηχανικά και έκανα να σκουπίσω τα μάτια μου, όταν τον άκουσα να με ρωτάει αν θέλω έναν μερακλήδικο καφεδάκι. Δεν ξέρω πού βρήκα το κουράγιο να του απαντήσω με μια υποψία χαμόγελου να τρεμοσβήνει στα χείλη. Εκείνη η ευγένεια στη ήρεμη φωνή και στο βλέμμα, με είχαν αγγίξει…

Ήπιαμε το καφεδάκι μας, φάγαμε το λουκουμάκι μας και μετά σαν από θαύμα, οι λέξεις άρχισαν να χορεύουν γύρω μας γεμάτες παράπονο και έκπληξη, γεμάτες θυμό και απογοήτευση. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, άρχισα να του περιγράφω τι ακριβώς είχα βιώσει και πώς ακριβώς ένιωθα, μέχρι που καταρρακωμένη ανακάθισα στη ξύλινη καρέκλα, νιώθοντας μια έντονη εξάντληση. “Αυτό ήταν κοκόνα μου, που σου γέμισε δάκρυα τα μάτια; Ένας ανόητος άνδρας; Κι εγώ που πίστεψα πως ήταν κάτι σοβαρό! Ας είναι, άκου έναν παλιό λοιπόν τι πρέπει να κάνεις, γιατί δεν πρέπει να χαλάς τη ζαχαρένια σου…”.

Μια ώρα μετά, μπήκα στο σπίτι ξαλαφρωμένη. Πέταξα τα ρούχα στ’ άπλυτα και στάθηκα κάτω από το χλιαρό νερό να ξεπλύνει την ένταση από το κορμί μου. Μαγείρεψα κάτι πρόχειρο, έγραψα τη δήλωση παραίτησής μου και μετά ξάπλωσα με μια αίσθηση πως ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω και ποιον ακριβώς να εμπιστευθώ. Άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα λίγο μετά της εννιά, σε είδα να μπαίνεις στο σπίτι κουρασμένος, γεμάτος ένταση και νεύρα. Δεν μίλησα, σέρβιρα να φας, έβαλα μια παγωμένη λεμονάδα για μένα και κάθισα στο γραφείο να στείλω τα υπόλοιπα email με το βιογραφικό μου, που είχα προγραμματίσει. Κάποια στιγμή με ρώτησες τι συνέβη, αφού πρώτα μου επισήμανες το γεγονός πως αισθανόσουν πολύ κουρασμένος. Δεν μπήκα καν στον κόπο να σου απαντήσω, το κρεβάτι στο δωμάτιο των ξένων ήταν ήδη στρωμένο, τελείωσα τη δουλειά μου και πήγα να κοιμηθώ. Δεν είχα όρεξη για περιττές κουβέντες και έναν άσκοπο καυγά.

Καταφέραμε να μιλήσουμε οι δυο μας σοβαρά για το τι ακριβώς μου είχε συμβεί και παραιτήθηκα από τη δουλειά μου, τρεις μέρες μετά. Έκπληκτη σ’ άκουσα ν΄ αναρωτιέσαι γιατί δεν σου μίλησα πιο μπροστά, γιατί δεν ζήτησα τη συμβουλή σου, γιατί… “Γιατί μάτια μου, ήσουν πολύ απασχολημένος με τους πελάτες σου για ν΄ ασχοληθείς με τα δικά μου ζητήματα. Μη σε νοιάζει όμως, νοιάστηκε ένας άγνωστος για μένα και μου ‘δωσε να καταλάβω, πως ο πιο σημαντικός συνοδοιπόρος στη ζωή, είναι μονάχα ο εαυτός μου…”.

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: