fbpx
Μαρία Σταυρίδου

Εκείνη η φωνή που μ΄ ένα αόρατο μαντήλι σκουπίζει τα δάκρυα…

Καταφέραμε να ζήσουμε μαζί μόλις 5 μήνες. Είκοσι ολόκληρες βδομάδες αγάπης, ξενοιασιάς, χαράς, έρωτα. Μέχρι εκείνο το απόγευμα που άρχισα να σ΄ αναζητώ στο τηλέφωνο, για να καταλήξω στο… νεκροτομείο.

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, κλείστηκα στο παιδικό μου δωμάτιο, μαζί με τις αναμνήσεις που ήταν αδύνατο να με πληγώσουν, με τις παιδικές κούκλες και τα βιβλία του δημοτικού, με τις φωτογραφίες που έδειχναν μια μακρινή ζωή. Μια ζωή χωρίς τη φιγούρα σου, χωρίς τον έρωτα που έμαθα στην αγκαλιά σου.

Οι μέρες διαδέχονταν τις νύχτες και μετά ξανά από την αρχή. Και οι μέρες έγιναν βδομάδες. Και μετά μήνες, για να τολμήσει η μητέρα μου ν΄ αντιδράσει, να ζητήσει βοήθεια. Με χίλια παρακάλια κατάφερε να με πείσει να γραφτώ ανώνυμα σε μια ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης. Φορώντας ότι πιο άχαρο βρήκα στη ντουλάπα, συμφώνησα να παραβρεθώ έστω σε μια συνέλευση της ομάδας.

Κάθισα σε μια γωνιά, νιώθοντας μια απερίγραπτη αγωνία, σα να επρόκειτο ν΄ ανέβω σε σκηνή να παρουσιάσω εκδήλωση. Ξαφνικά χτύπησε ένα μικρό καμπανάκι, η ομάδα μαζεύτηκε και κάθισε κυκλικά στις στημένες καρέκλες που υπήρχαν στη μέση της αίθουσας. Εγώ είχα τραβήξει τη δική μου σε μια γωνιά. Μια φωνή, ομολογώ ευγενέστατη, μου έκανε παρατήρηση πως δεν επιτρεπόταν να μετακινήσω τις καρέκλες, μα εγώ συνέχισα να μη δίνω σημασία. Τελικά η συζήτηση ξεκίνησε, αφού πρώτα αναγκάστηκα να επιστρέψω την καρέκλα στη θέση της.

Άρχισαν οι διηγήσεις… Θάνατος! Ένας ο κυρίαρχος! Θάνατος και πόνος, το αιώνιο ζευγάρι που ποτέ δε θα πάρει διαζύγιο. Θάνατος από ναρκωτικά, από ηρεμιστικά, από αυτοκινητιστικό, από πρεζόνι στον δρόμο, από καρκίνο, από ξυλοδαρμό, από… Από χιλιάδες μισητές αιτίες, που πάντα σου στερούν ό,τι πιο αγαπημένο έχεις στη ζωή…

Εξομολογήσεις, κλάματα, υστερίες και μετά η ίδια ευγενική φωνή που παλεύει να ναρκώσει το τέρας, που μ΄ ένα αόρατο μαντήλι σκουπίζει τα δάκρυα, δίνει ένα φιλί και ένα χάδι για καληνύχτα…

Δεν θέλησα ν΄ αποκαλύψω στη μητέρα μου, πως εκείνη η μιάμιση ώρα κοντά σε όλους αυτούς τους πονεμένους ανθρώπους, μαλάκωσε για μια στιγμή τον θυμό μου. Εκείνη φοβήθηκε πως το πείραμα που της είχε προτείνει ο ψυχολόγος είχε αποτύχει, μα εγώ εκπλήσσοντάς την, ζήτησα να παραβρεθώ και την επόμενη βδομάδα. Και οι βδομάδες πλήθαιναν… Και τα δάκρυα των άλλων, μαλάκωναν τον θυμό και τον πόνο μου…

Κάποια στιγμή η ευγενική φωνή μου ζήτησε να μιλήσω, να πω τον δικό μου καημό, να περιγράψω την δική μου απώλεια. Ήταν η πρώτη φορά που σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα προς το μέρος της φωνής. Ήταν τόσο περίεργο, δεν είχα καν καταλάβει πως ήταν ένας νεαρός άνδρας σχεδόν στην ηλικία μου. Ένας άνδρας ντυμένος στα μαύρα, που για κάποιον διαολεμένο λόγο μου θύμισε εκείνον…

Θυμωμένη τον αγριοκοίταξα και έκανα να σηκωθώ να φύγω. Τότε τον άκουσα να λέει, πως στη θέση μου θα μιλούσε ο ίδιος, θα μας μιλούσε για τον πρόσφατο χαμό του αδελφού του, για τις τύψεις που ένιωθε γιατί τον έχασε για πάντα, ενώ ήταν μαλωμένοι και σχεδόν δεν μιλούσαν. Δεν ξέρω γιατί, μα μόλις τον άκουσα κάθισα ξανά στη θέση μου.

Η ευγενική φωνή άρχισε να μιλάει για έναν νεαρό φοιτητή γεμάτο όνειρα και διάθεση για ζωή, για έναν άνθρωπο αισιόδοξο και γελαστό, για ένα αγόρι που ήθελε να ζήσει τη ζωή με τρέλα και ρίσκο. Τον άκουγα ενώ οι εικόνες του αγαπημένου μου χόρευαν μπροστά στα μάτια μου. Ήταν τρελό, μα εκείνη η φωνή ήταν σαν να μιλούσε για τον δικό μου αγαπημένο, σα να περιέγραφε το αγόρι που γνώρισα στη Βαρκελώνη, το αγόρι που τολμούσε πάντα να δοκιμάζει τις γεύσεις της ζωής, το αγόρι που χωρίς να το θέλω ερωτεύθηκα…

Όταν σταμάτησε η φωνή, από τη συγκίνηση ήταν αλλοιωμένη, ενώ εκείνα τα μάτια που κάτι μου θύμιζαν, είχαν πλημμυρίσει έναν έντονο πόθο, ένα σκοτάδι τόσο κοντινό με το δικό μου… Δεν ξέρω ακόμη γιατί, μα έμεινα μαζί του όταν όλοι οι άλλοι έφυγαν. Ήταν παράλογο, μα άρχισα να μιλάω μαζί του, άρχισα να του αποκαλύπτω τη δική μου ιστορία. Οι συμπτώσεις ήταν τόσες πολλές, που κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε πως μιλούσαμε για το ίδιο άτομο!

Ήταν απίστευτο! Εκεί μπροστά μου βρισκόταν ο δίδυμος αδελφός του αγαπημένου μου, ο αδελφός που δεν ήξερα καν πως υπήρχε, ο αδελφός που πονούσε το ίδιο με μένα, που είχε νιώσει από την πρώτη στιγμή την απώλειά του, που χωρίς ντροπή μ’ αγκάλιασε σφιχτά και ξέσπασε σε λυγμούς.

Έξι μήνες τώρα είμαστε κάθε μέρα μαζί, παλεύουμε με το φάντασμα της απώλειας και του πόνου, παλεύουμε όμως να κρύψουμε και μια έντονη τρυφερότητα και στοργή, που μέρα με τη μέρα ανθίζει ανάμεσά μας. Έρχονται στιγμές που νιώθουμε τύψεις που εμείς είμαστε ακόμη ζωντανοί, που εμείς είμαστε αγκαλιασμένοι, που εμείς χαιρόμαστε και μοιραζόμαστε το θαύμα της ζωής, ενώ εκείνος έφυγε για πάντα…

Ναι, η ζωή είναι άδικη, το ξέρουμε καλά πια και οι δυο μας, το ξέρουμε και πολεμάμε να συνυπάρχουμε με τις τύψεις και τη λαχτάρα που κρύβουν μέσα τους οι νεανικές ψυχές μας. Δεν έχω τη δύναμη και το κουράγιο να χαρακτηρίσω ακόμη όλα αυτά που έχω αρχίσει να αισθάνομαι για τον αδελφό του, γι’ αυτήν την ευγενική φωνή που μου χαρίζει πια την πρώτη καλημέρα της μέρας, την τελευταία καληνύχτα της νύχτας. Ξέρω καλά όμως πως δε θέλω να τη χάσω. Έχω ανάγκη να την ακούω, να την αφήνω να γεμίζει τη ψυχή μου ελπίδα και ένα αίσθημα ασφάλειας που τόσο έχω ανάγκη…

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: